αρχή / menu / πρώτη σελίδα

(Καθημερινη - Hμερομηνία δημοσίευσης: 10-05-09) (pdf)

Η δική του «κουζίνα» στην τέχνη
Ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης εμπνεύστηκε από εικονογραφήσεις άρθρων για φαγητό
Συνέντευξη στη Μαργαριτα Πουρναρα

Συνεπής και ευρηματικός, χειρωνάκτης και ψηφιακός, τρυφερός και καυστικός, ο Μανώλης Ζαχαριουδάκης ισορροπεί στη ζωγραφική του πολλά αντιθετικά ζεύγη. Τα έργα του μοιάζουν να προέκυψαν αβίαστα μα κλείνουν μέσα τους μεταβολισμένες σκέψεις, διαβάσματα, ελπίδες και ματαιώσεις. Η τελευταία του ενότητα «Ζάχαρη n’ oil» γεννήθηκε –εν μέρει– χάρις στις εικονογραφήσεις για άρθρα που σχετίζονταν με το φαγητό. Περιλαμβάνει ζωγραφική σε χειροποίητα χαρτόνια, εκτυπώσεις και σχέδια που παρουσιάζονται στην γκαλερί Astra μέχρι και τις 22 Μαΐου. Εικόνες προς βρώσιν των οφθαλμών και τέρψιν της ψυχής, από έναν καλλιτέχνη που έχει τη δική του «κουζίνα» στην τέχνη.

– Οταν σας παραγγέλνουν μια εικονογράφηση, πόσο εμπνέεστε από το κείμενο που την συνοδεύει;

– Η εικονογράφηση πρέπει να είναι αυθύπαρκτη και αυτόφωτη. Το μυαλό μου επιλέγει μια εικόνα η οποία έχει έτσι και αλλιώς οντότητα. Υστερα προσθέτω ορισμένα στοιχεία που προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο, αν βέβαια το έχω στη διάθεσή μου, πράγμα σπάνιο. Πολλές φορές, με αφορμή τις εικονογραφήσεις που μου έχουν αναθέσει, ζωγραφίζω παρόμοια έργα. Ολα αυτά συναποτέλεσαν μια ενότητα που παρουσιάζεται τώρα στην έκθεση της Astra.

«Διαβάζω συνταγές»

– Ποια είναι η σχέση σας με το φαγητό;

– Μαγειρεύω. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω συνταγές διότι φαντάζομαι το αποτέλεσμα. Aν δεν οπτικοποιήσω κάτι, δεν μπορώ να το ζωγραφίσω. Πρόκειται για μια συνήθη πρακτική του ζωγράφου, αλλά και του μάγειρα: οφείλεις να φτιάξεις στο μυαλό σου την εικόνα του φαγητού, τη διαδικασία. Πώς αλλιώς θα βρεθούν μπροστά σου τα κατάλληλα υλικά για να μαγειρέψεις; Ορισμένες φορές οι ζωγραφιές αποτυγχάνουν, όπως αποτυγχάνουν ορισμένα φαγητά. Μόνο που εκεί δεν διορθώνεται η κατάσταση. Εγώ συνήθως ζωγραφίζω κάτι από την άλλη μεριά του πίνακα.

– Γιατί εξακολουθείτε να αγαπάτε τόσο το χαρτί;

– Το χαρτί είναι το απόλυτο αντικείμενο. Δίνει μοναδικότητα στο έργο. Με βγάζει από την τυποποίηση του ψηφιακού, δηλαδή τη δυνατότητα να κάνω όσα αντίγραφα θέλω. Είναι το αντίβαρο της ενασχόλησής μου με τους υπολογιστές. Στην οθόνη κάνεις ζωγραφική που δεν λερώνει και δεν μυρίζει. Ομως εγώ έχω ανάγκη σαν το παιδί να βγω έξω και να «παίξω με τις λάσπες». Οι δύο μέθοδοι εργασίας μου έχουν εντελώς διαφορετικό προγραμματισμό χρόνου. Ο υπολογιστής είναι ανοιχτός μέρα - νύχτα και περιμένει ήσυχα στο γραφείο. Τα έργα που γίνονται σε χαρτί, στα οποία κατασκευάζω μόνος μου τη χαρτόμαζα έχουν άλλη «κουζίνα» για να ολοκληρωθούν, να στεγνώσουν τα χρώματα.

– Επιτύχατε μια ισορροπία ανάμεσα στη χειρωναξία και τους υπολογιστές. Δεν το πετυχαίνουν όλοι οι καλλιτέχνες αυτό.

– Ανήκω ηλικιακά σε μια γενιά ανάμεσα στους ζωγράφους - χειρώνακτες και τους νεότερους που σκαρώνουν έργα με υπολογιστές - βίντεο κ.ά. Ο υπολογιστής είναι ένα εργαλείο για δουλειά. Απλώς μπαίνει στην πρίζα και δεν μπαίνει στο νέφτι. Ποτέ δεν αισθάνθηκα διχασμό. Είναι ένα άλλου τύπου πινέλο. Αγόρασα τον πρώτο μου υπολογιστή το 1983, πριν τελειώσω την ΑΣΚΤ. Για πολύ καιρό, δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι καλλιτεχνικό με ψηφιακά μέσα. Η πρώτη φορά που πειραματίστηκα ήταν αρκετά αργότερα, με ένα πρίντερ. Τύπωσα σε μικρό μέγεθος αντίτυπα από ένα μοτίβο κι έφτιαξα ένα φόρεμα για ένα γλυπτό. Η τεχνολογία στην τέχνη μου τελείωσε νωρίς. Οταν έδειχνα τέτοια έργα στην Αθήνα, ήταν εντελώς αόρατα. Κανένας δεν ασχολήθηκε μαζί τους κι εγώ ξαναστράφηκα στη ζωγραφική. Αρχισα να ασχολούμαι με τους υπολογιστές όταν είχαν προχωρήσει πολύ οι εφαρμογές και μπορούσα πια να παράγω εικόνες στην οθόνη.

– Η ζωγραφική αμφισβητήθηκε έντονα κάποια στιγμή. Πώς αισθανθήκατε;

– Στην Ελλάδα αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο. Η επιτυχία από την αποτυχία δεν παίζει μεγάλο ρόλο στους ζωγράφους. Είτε πουλήσεις όλα τα έργα της έκθεσής σου είτε κανένα, τα ίδια λεφτά βγάζεις. Αυτό σου δίνει και την ελευθερία να κάνεις αυτό που θες. Ετσι όλα τα καλλιτεχνικά ζητήματα που ταλάνισαν το εξωτερικό εδώ δεν είχαν ουσιαστικό απόηχο.

Η έκθεση στην γκαλερί Astra (Καρυατίδων 8, Ακρόπολη) θα διαρκέσει μέχρι και τις 22 Μαΐου. Αντί καταλόγου, ένα moleskine με σχέδια του καλλιτέχνη και εισαγωγή του Νίκου. Γ. Ξυδάκη.

«Η χαμένη αισιοδοξία της γενιάς μου»


– Πώς ήταν η γενιά σας; Επαιξε το χαρτί της;

– Kάναμε το άλμα. Πριν από εμάς βιοποριζόταν μόνο ο Τσαρούχης από τη ζωγραφική. Ηταν αδύνατο για έναν ζωγράφο εν ζωή να τα φέρνει βόλτα από την τέχνη. Οι ζωγράφοι της χούντας έφτιαχναν αντιστασιακά έργα, κάτι που από τη φύση του είναι περιοριστικό για την εξέλιξή τους. Οταν ξεπηδήσαμε, οι γκαλερί έψαχναν νέους καλλιτέχνες για να συνεργαστούν. Σήμερα οι αίθουσες τέχνης έχουν και δυο - τρεις πιτσιρικάδες για τα προσχήματα, για φιγούρα, αλλά στηρίζονται οικονομικά στους μεγαλύτερους. Εμείς είχαμε την ευκαιρία αλλά και την παιδεία να ανταποκριθούμε στη ζήτηση. Ετσι μπήκαμε στην αγορά ως δυνατό χαρτί. Μετά ήρθαν θεσμοί όπως η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης και νιώσαμε ευεξία.

– Πώς εξατμίστηκε αυτή η αισιοδοξία;


– Στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, το κράτος ήθελε να σπρώξει την τέχνη, δήμοι και κοινότητες αγόραζαν έργα. Από μόνο του αυτό το σχήμα ήταν δυσλειτουργικό. Επρεπε να στηρίζεται σε μια κοινωνία, όπου και οι άνθρωποι αγοράζουν έργα για τα σπίτια τους και ανταγωνίζονται με τους φίλους τους για τους ζωγράφους που προτιμούν. Αυτό δεν έγινε ποτέ στην Ελλάδα. Δεν προέκυψε ποτέ πλεόνασμα υπερηφάνειας, να καυχιέται κάποιος λ.χ. «έχω έργο του Χ καλλιτέχνη στο σπίτι μου και το χαίρομαι». Οι περισσότεροι δεν αγοράζουν από χαρά, αλλά από υποχρέωση. Οι λίγοι που το έκαναν από απόλαυση τελικά μετέτρεψαν τα σπίτια τους σε μουσεία. Ετσι, αλλάζει το πλαίσιο της παρουσίασης και το πράγμα κρυώνει. Δεν καταφέραμε ποτέ να γίνουμε μια αστική κοινωνία, όπου να υπάρχει ζήτηση έργων τέχνης.

– Σας αρέσει που δημιουργείτε στην Ελλάδα;

– Από ένα σημείο και μετά, δεν έχω επιλογές. Είμαι παγιδευμένος, δεμένος με ένα σωρό πράγματα. Θα μπορούσα σήμερα να πάω στην Ισπανία και να το παίξω ζωγράφος; Δεν θα είχα καμιά τύχη. Το καλό είναι ότι οι νέοι καλλιτέχνες αποφασίζουν να σπάσουν τα ελληνικά σύνορα και να δοκιμάσουν την τύχη τους αλλού. Εδώ το έδαφος είναι άγονο, δεν έχουν καμιά ευκαιρία. Γιατί να μην κάνουν την πρώτη τους έκθεση σε μια μικρή γκαλερί του Βερολίνου, όπου η υποδοχή του έργου στην κοινωνία και στην αγορά θα είναι διαφορετική;

«Η Ελλάδα είναι χωριό»


– Τι απολαμβάνετε στη χώρα μας;

– Είναι ένας ωραίος τόπος διακοπών. Μακάρι να μπορούσα να ζήσω λ.χ. στη Μύκονο χειμώνα - καλοκαίρι, αλλά δεν έχω τα προσόντα. Θα έπρεπε να ξέρω ψάρεμα ή να καλλιεργώ νόστιμα κολοκυθάκια. Δυστυχώς, ξέρω μόνο να τα ζωγραφίζω. Ο ζωγράφος είναι ζώο του άστεως. Κάνουμε λάθος όταν αντιμετωπίζουμε την Ελλάδα ως χώρα. Πρέπει να τη δούμε ως χωριό. Εκεί, ο καθένας παρκάρει το αγροτικό του στην πλατεία, διότι έτσι του αρέσει. Ξέρει προσωπικά τον δήμαρχο και κανονίζει τις δουλειές του, είναι φίλος με τον δικαστή και φροντίζει τις υποθέσεις του. Κυριαρχεί αυτή η τρομερή ανηθικότητα και όλα βολεύονται. Επίσης, στο χωριό, οι ζωγράφοι είναι άχρηστοι διότι οι χωριανοί θα πεταχτούν στην κοντινή πόλη για να αγοράσουν αυτά που θα στολίσουν το σπίτι.

Ποιος είναι


Γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1979-1984), στα εργαστήρια των Δ. Μυταρά, Δ. Κοκκινίδη και Ν. Κεσσανλή. Eχει πάρει μέρος και σε ομαδικές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Μπιενάλε Νέων της Μεσογείου, Βαρκελώνη 1987, Cinq Artistes Grecs, Bρυξέλλες - Στρασβούργο 1988 κ.ά.). Αντλεί ερεθίσματα από τη μυθολογία, τη λογοτεχνία και τη φαντασία. Χρησιμοποιεί ποικίλα μέσα, από φυσικά και τεχνητά υλικά μέχρι ψηφιακά. Από το 1983 ζωγραφίζει έργα σε χαρτόμαζα που φτιάχνει ο ίδιος και από το 1984 ασχολείται με τους υπολογιστές. Επίσης, ασχολείται με την εικονογράφηση βιβλίων, ενώ το 1997 συνέγραψε το «Μπέογουλφ και άλλες εικόνες» και το 2001 το «Προϊστορικό ρεστοράν».